ρυκάνη

η / ῥυκάνη, ΝΜΑ, και δωρ. τ. ῥυκάνα Α
ξυλουργικό εργαλείο, η πλάνη, το ροκάνι.
[ΕΤΥΜΟΛ. Η λ. ῥυκάνη ανάγεται, κατά μία άποψη, στην ΙΕ ρίζα *reuk- «μαδώ, γδέρνω, απογυμνώνω» (πρβλ. λατ. runco «σκαλίζω, βοτανίζω») + επίθημα -άνη (πρβλ. δρεπ-άνη, σκαπ-άνη). Για την απουσία τού αναμενόμενου προθεματικού φωνήεντος που εμφανίζεται συνήθως όταν η ΙΕ ρίζα αρχίζει από τ- χωρίς αρκτικό F- ή s-, πρβλ. ῥάζω, ῥέζω*, Ῥώμη. Λιγότερο πιθανή, εξάλλου, φαίνεται η σύνδεση τής λ. με αρχ. ινδ. sruc- «μακρύ κουτάλι για θυσίες». Τη λ., τέλος, δανείστηκε και η Λατινική (πρβλ. runcina, με ένθημα -η- κατά το ρ. runco). Στη Νέα Ελληνική χρησιμοποιούνται ο τ. ροκάνι και ο τ. ροκάνα / ρουκάνα, ο οποίος είναι διαλεκτικός και πέρασε στην κοινή Νεοελληνική μέσω τών βόρειων ιδιωμάτων].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ῥυκάνη — plane fem nom/voc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ῥυκάνῃ — ῥυκάνη plane fem dat sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ῥυκάναις — ῥυκάνη plane fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ῥυκάνα — ῥυκάνᾱ , ῥυκάνη plane fem nom/voc/acc dual ῥυκάνᾱ , ῥυκάνη plane fem nom/voc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • рак — I I, род. п. а, укр., блр. рак, русск. цслав. ракъ, болг. рак, сербохорв. ра̏к, словен. ràk, род. п. raka, чеш., слвц., польск., в. луж., н. луж. rak. Не имеет удовлетворительной этимологии. Предположение о родстве с лит. erkė овечья вошь, клещ …   Этимологический словарь русского языка Макса Фасмера

  • ροκάνα — και ρουκάνα, η, Ν 1. μεγάλο ροκάνι, πλάνη 2. ιδιόφωτο ξύλινο μουσικό όργανο, με οδοντωτό τροχό στερεωμένο σε άξονα λαβή, ώστε να παράγει ισχυρό και ξηρό κρότο. [ΕΤΥΜΟΛ. Βλ. λ. ῥυκάνη] …   Dictionary of Greek

  • ροκάνι — και ρουκάνι, το Ν ξυλουργικό εργαλείο που χρησιμοποιείται για την εξομάλυνση και λείανση επιφάνειας ξύλου. [ΕΤΥΜΟΛ. < ροκάνα / ῥυκάνη*] …   Dictionary of Greek

  • ροκανίζω — ῥυκανίζω, ΝΜΑ, και ρουκανίζω Ν, και ῥακανίζω Μ [ῥυκάνη / ροκάνα] λειαίνω ξύλο με το ροκάνι, πλανιάρω νεοελλ. 1. τρώω ή μασώ κάτι σκληρό («ροκανίζω το παξιμάδι») 2. μτφ. α) κατατρώγω, σπαταλώ («τού ροκάνισε όλη την περιουσία») β) κάνω διάρρηξη με… …   Dictionary of Greek

  • ρυκανώ — άω, Μ [ρυκάνη] ροκανίζω, πλανίζω …   Dictionary of Greek

  • χειρομήριον — τὸ, Α (κατά τον Ησύχ.) «ῥυκάνη... τεκτονικὸν ἐργαλεῑον». [ΕΤΥΜΟΛ. < χειρ(ο) * + μηρός + κατάλ. ιον] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.